Ιστορια Μελισσοκομιας


ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΕΡΗΦΑΝΟΙ  ΓΙΑ ΤΟ  ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΜΑΣ….

 

Η μελισσοκομία στην Ελλάδα αρχίζει πολύ παλιά, σε εποχές που συναντώνται η ιστορία με τη μυθολογία. Το αρχαιότερο πρόσωπο το οποίο εμφανίζεται στο χώρο της μελισσοκομίας είναι ο Αρισταίος. Πρόκειται για μία από τις πλέον αινιγματικές μορφές της αρχαίας ελληνικής λαϊκής θρησκείας και υπήρξε η κυριότερη μορφή του μυθολογικού κύκλου της Κέας.


Καρπός της ένωσης του Απόλλωνα με την νύμφη Κυρήνη, ο Αρισταίος είδε το φως στην Αφρική, στα παλάτια της Λιβύης. Μόλις γεννήθηκε, ο Ερμής τον παρέδωσε στην Γαία και στις Ώρες για να τον αναθρέψουν. Και ήταν αυτές που έσταζαν στα χείλη του βρέφους νέκταρ και αμβροσία κάνοντάς τον αθάνατο.( Η διαδικασία αυτή της θεοποίησης θυμίζει καταπληκτικά τη διαδικασία με την οποία μια μέλισσα γίνεται από εργάτρια βασίλισσα, η διατροφή κάνει τη διαφορά!).


 Όταν μεγάλωσε ο Αρισταίος οι Μούσες τον δίδαξαν την μαντική και την ιατρική. Από τις Νύμφες διδάχθηκε την καλλιέργεια του αμπελιού, της ελιάς, αλλά και τη μελισσοκομία, τέχνη που θα τον χαρακτήριζε στο εξής περισσότερο από κάθε άλλη.
Πρώτος σταθμός του Αρισταίου θεωρείται η Κέα όπου δίδαξε τους κατοίκους του νησιού και τη μελισσοκομία. Έτσι ο Αρισταίος υπήρξε για τους ανθρώπους και μάλιστα για τους νησιώτες κατοίκους της Κέας, ο πρώτος εφευρέτης μιας σειράς από χρήσιμες τέχνες κυριότερη από τις οποίες ήταν η εκτροφή των μελισσών. Ο Αρισταίος και η μέλισσα θα γίνουν τα βασικά σύμβολα του νησιού και θα απεικονισθούν στα νομίσματα της Τουλίδας, της Καρθαίας και της Κορησίας.

 

O μύθος του Αρισταίου μαρτυρεί την ύπαρξη εντατικής μελισσοκομίας στην αρχαιότητα. Περισσότερες όμως αποδείξεις βρίσκουμε όσο προχωρούμε προς τους ιστορικούς χρόνους.


Στην Κρήτη κατά τις ανασκαφές στην Φαιστό βρέθηκαν πήλινες κυψέλες της Μινωικής εποχής (3.400 π.Χ.) πολύ αρχαιότερης της Ομηρικής. Στην ίδια εποχή ανήκει επίσης το χρυσό κόσμημα που παριστάνει σύμπλεγμα δύο μελισσών, οι οποίες βαστάζουν κηρήθρα προερχόμενη από την πήλινη κυψέλη σωλήνα, όπως και άλλο χρυσό κόσμημα σε σχήμα μέλισσας, που βρέθηκε στις ανασκαφές της Κνωσού.


Στην αρχαία πόλη της Κνωσού βρέθηκε επίσης πινακίδα με την επιγραφή: «Πάσι Θεοίς Μέλι: ΑΜΦΟΡΕΥΣ 1» δηλαδή: «Προσφέρεται σε όλους τους θεούς μέλι: ένας αμφορέας». Η φράση είναι γραμμένη στο συλλαβικό αλφάβητο της Γραμμικής Β’ τον 14ο αιώνα π.Χ. και μεταφράστηκε από τον Βρετανό αρχιτέκτονα Μιχαήλ Βέντρ (Michael Ventris) το 1952.


Στην Οδύσσεια (στίχος, Κ-519) αναφέρεται το «Μελίκρατον» που ήταν κράμα μελιού και γάλακτος το οποίον έπιναν ως εκλεκτό ποτό καθώς επίσης (στίχος, Υ-168) ότι οι ορφανές κόρες του Πίνδαρου τρέφονταν από την Θεά Αφροδίτη με τυρί, μέλι και οίνο. Με την ίδια τροφή η μάγισσα Κίρκη σαγήνευσε τους συντρόφους του Οδυσσέα (στίχος, Κ-213).


Ο Ησίοδος αναφέρει τους «Σίμβλους», όνομα που έδιναν στις κυψέλες της εποχής εκείνης. Αν και δεν είναι απόλυτα γνωστό το είδος των κυψελών αυτών, είναι βέβαιο πως ήταν κατασκευασμένες από ανθρώπους για την εκτροφή των μελισσών.

Επιπλέον, τα συγγράμματα του Αριστοτέλη (322 π.Χ.) αποτέλεσαν σπουδαίο σταθμό για τη μελισσοκομία τόσο της αρχαίας Ελλάδας αλλά και όλου του τότε πολιτισμένου κόσμου.

Η ύπαρξη όμως μελισσοκομικών επιχειρήσεων μαρτυρείται και κατά την προαριστοτελική περίοδο κατά την οποία η μελισσοκομία είχε ήδη συστηματοποιηθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό.


Ο μεγάλος νομοθέτης των Αθηναίων, Σόλων (640-558 π.Χ.) θέσπισε διάφορα νομοθετικά μέτρα για την μελισσοκομία της εποχής εκείνης. Ένα μέτρο το οποίο αποδεικνύει την ύπαρξη μελισσοκομικών επιχειρήσεων και το οποίο ρυθμίζει και καθορίζει τις αποστάσεις μεταξύ των μελισσοκομείων είναι το εξής: «Μελισσών σμήνη καθιστάμενα απέχειν των υφ’ ετέρου πρότερον ιδρυμένων πόδας τριακοσίους» [Πλουτάρχου: Βίος Σόλωνος].
Ο πατέρας της Ιατρικής Ιπποκράτης (462-352 π.Χ.) συνιστούσε το μέλι σε όλους τους ανθρώπους αλλά ιδιαίτερα στους ασθενείς.
Ο Δημόκριτος, όταν ρωτήθηκε πώς είναι δυνατόν να διατηρηθούν οι άνθρωποι υγιείς και μακροβιότεροι απάντησε: «Ει τα μεν έξωθεν ελαίω του σώματος τα δε ένδοθεν μέλιτι χρίσοιντο».
Ο Πυθαγόρας και οι οπαδοί του είχαν το μέλι ως κύρια τροφή.
Η πρόοδος της μελισσοκομίας δεν περιοριζόταν μόνο στην Αττική αλλά σε όλη σχεδόν την Ελλάδα: στερεά, νησιωτική ακόμα και στις αποικίες. Ο πρώτος όμως που μελέτησε επιστημονικά την μέλισσα ήταν ο Αριστοτέλης.
Η κυψέλη με τα κινητά πλαίσια χρησιμοποιούνταν στην αρχαία Ελλάδα. Στα Κύθηρα οι αρχαίοι μελισσοκόμοι χρησιμοποιούσαν το αδονάκι που είναι ο πρόδρομος της σύγχρονης ευρωπαϊκής κυψέλης με το κινητό πλαίσιο, ανακάλυψη του Αμερικανού Lorenzo Lorraine Langstroth. 


……ΚΑΙ  ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΜΑΣ !

Το 1903, σύμφωνα με τις στατιστικές, υπήρχαν 201.314 παραδοσιακές κυψέλες στην Ελλάδα και μόνο 412 ευρωπαϊκές. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι καθυστέρησαν αρκετά την ανάπτυξη της μελισσοκομίας. Αλλά τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά τώρα!


 Σήμερα, υπάρχουν περίπου 1.400.000 μελισσοσμήνη σε κυψέλες Langstroth στην Ελλάδα (ένας αριθμός που αντιπροσωπεύει το 10.8% του συνόλου των ευρωπαϊκών μελισσοσμηνών, δεύτεροι σε μελισσοσμήνη μετά από την Ισπανία) εκτρεφόμενα από σχεδόν 23.000 μελισσοκόμους, με 5.000 τους επαγγελματίες. Η πλειοψηφία τους ασκεί νομαδική μελισσοκομία μετακινώντας τα μελίσσια  κατά μέσον όρο 5 φορές ετησίως και μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό, κυρίως στα νησιά, ασκεί στατική μελισσοκομία.


Η μελισσοκομική πυκνότητα είναι ένα παγκόσμιο ρεκόρ με 11.1 μελισσοσμήνη ανά τετρ. χιλιόμετρο. Και οι μέλισσες και οι μελισσοκόμοι πρέπει να δουλέψουν σκληρά για να παραγάγουν περίπου 20 χιλιάδες τόνους μελιού άριστης ποιότητας ετησίως.


Περίπου 40 συνεταιριστικές μελισσοκομικές οργανώσεις αναπτύσσουν δραστηριότητα στην Ελλάδα και μια Κοινοπραξία Μελισσοκομικών  Συνεταιρισμών, η «ΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑΣ». Περίπου 60 μελισσοκομικοί σύλλογοι  εκπροσωπούνται στην Ο.Μ.Σ.Ε., την Ομοσπονδία Μελισσοκομικών Συλλόγων Ελλάδος  και πρόσφατα ιδρύθηκε η Εθνική Διεπαγγελματική Οργάνωση Μελιού και Λοιπών Προϊόντων Κυψέλης από τυποποιητές μελιού, μελισσοκομικούς συνεταιρισμούς, την Κοινοπραξία και την Ο.Μ.Σ.Ε.